Ο Άγιος της Ενορίας μας
Ο Άγιος της Ενορίας μας
Ο ενοριακός μας Ιερός Ναός είναι αφιερωμένος σε έναν από τους πλέον λαοφιλείς αγίους της Εκκλησίας μας, τον Άγιο Νικόλαο, Επίσκοπο Μύρων της Λυκίας, τον θαυματουργό. Επειδή είναι πολύ ωφέλιμο για την πνευματική μας οικοδομή να μελετούμε τους βίους των Αγίων της Πίστεώς μας, ακολούθως παραθέτουμε ορισμένα στοιχεία προκειμένου να γνωρίσουμε τη ζωή και την πολιτεία του μεγάλου αυτού ανδρός και να εμπνευστούμε στην πνευματική μας ζωή.
Ο βίος του Αγίου Νικολάου
Ο Άγιος Νικόλαος γεννήθηκε περί το 270 μ.Χ. στα Πάταρα της Λυκίας από Έλληνες γονείς ευσεβείς και πλουσίους και έτυχε μόρφωσης επιμελημένης. Σε νεαρή ηλικία έμεινε ορφανός και μοναδικός κληρονόμος μιας μεγάλης περιουσίας, την οποία και διέθεσε σε έργα φιλανθρωπίας. Από πολύ νωρίς επέδειξε ζήλο για την χριστιανική πίστη. Ζούσε με πολλή σύνεση και ευσέβεια. Καλλιεργούσε επιμελώς την αγάπη για τον Θεό, αλλά και για τον συνάνθρωπο.
Ο θείος του ήταν Επίσκοπος στην πόλη των Πατάρων και εκτιμώντας το ήθος και την ευσέβειά του, τον χειροτόνησε διάκονο και κατόπιν πρεσβύτερο. Ως ιερεύς μετέβη στα Ιεροσόλυμα για να προσκυνήσει τα Πανάγια Προσκυνήματα, έχοντας μάλιστα την επιθυμία να μείνει εκεί και να ασκητέψει. Ωστόσο, με θεία κλήση επέστρεψε στην πατρίδα του, κοντά στο ποίμνιό του που τον είχε ανάγκη, όντας προϊστάμενος στον Επισκοπικό – Καθεδρικό Ναό που είχε ιδρύσει ο θείος του. Όταν εκοιμήθη ο Επίσκοπος της πόλεως των Μύρων, οι Επίσκοποι των γύρω περιοχών, δια θεϊκής αποκαλύψεως, εξέλεξαν Επίσκοπο τον άγιο Νικόλαο.
Από τη θέση αυτή ανέπτυξε πλούσια ποιμαντική δράση και αγωνίστηκε πολύ για την φροντίδα των φτωχών και των αδυνάτων, ιδρύοντας νοσοκομεία και φιλανθρωπικά ιδρύματα. Εμφορούμενος από θείο ζήλο και παρρησία, εμψύχωνε τους διωκόμενους από τους ειδωλολάτρες, χριστιανούς. Για τη στάση του αυτή, ευρέθη και αυτός διωκόμενος και εξόριστος.
Κατά τον διωγμό του Διοκλητιανού υπέστη βασανιστήρια και φυλακίστηκε. Όταν ανήλθε στον αυτοκρατορικό θρόνο ο Μέγας Κωνσταντίνος, ελευθερώθηκαν όλοι οι φυλακισμένοι χριστιανοί και ο άγιος Νικόλαος επανήλθε στον επισκοπικό του θρόνο. Σύμφωνα με την παράδοση, ήταν προικισμένος με το χάρισμα της θαυματουργίας και βοήθησε πολλούς και εν ζωή, αλλά και μετά την κοίμησή του. Η αγάπη και η μέριμνά του για τους ανθρώπους και ιδιαιτέρως για τους πάσχοντες και τους αδυνάτους ήταν πολύ μεγάλη και η παράδοση διασώζει πολλά θαύματα της φιλανθρωπίας του.
Το 325 μ.Χ. έλαβε μέρος στην Α’ Οικουμενική Σύνοδο στη Νίκαια της Βιθυνίας και καταπολέμησε τις αιρετικές δοξασίες του Αρείου. Όταν επέστρεψε από τη Σύνοδο συνέχισε το μεγάλο ποιμαντικό του έργο μέχρι τα βαθιά γεράματα. Εκοιμήθη ειρηνικά στις 6 Δεκεμβρίου του έτους 343. Μετά τον θάνατο του ονομάστηκε «μυροβλύτης», διότι σύμφωνα με την παράδοση τα ιερά λείψανά του ανέβλυσαν μύρο.
Τα ιερά λείψανά του διατηρήθηκαν στα Μύρα της Λυκίας έως και τον ενδέκατο αιώνα, όπου το 1087 κάποιοι ναύτες τα αφαίρεσαν και τα μετέφεραν στο Μπάρι της Ιταλίας. Εκεί τοποθετήθηκαν στον Ναό του Αγίου Στεφάνου. Λέγεται ότι κατά την τέλεση της Θείας Λειτουργίας ανέβλυζε τόσο πολύ μύρο από τα ιερά λείψανα, που οι πιστοί το μάζευαν σε δοχεία για θεραπεία ασθενών, ενώ κάποιοι λιποθυμούσαν από την έντονη ευωδία.
Η μνήμη του Αγίου Νικολάου τιμάται στις 6 Δεκεμβρίου, την ημέρα της μακαρίας κοιμήσεώς του. Στις 20 Μαΐου εορτάζεται η ανακομιδή των τιμίων λειψάνων του. Η Εκκλησία απέδωσε μεγάλη τιμή στον Άγιο Νικόλαο και γι΄ αυτό η «Πέμπτη» ημέρα της Εβδομάδος είναι αφιερωμένη στον Άγιο Νικόλαο, μαζί με τους Αγίους Αποστόλους. Είθε, να έχουμε τις πρεσβείες του!
Εκτενής βιογραφία του Αγίου Νικολάου
«Οὐδεὶς ἐν πειρασμοῖς σέ ποτέ προσεκάλεσε, καὶ τὴν λύσιν εὐθὺς οὐκ ἐδέξατο, ἅγιε. Τοὺς μὲν ἐν θαλάσσῃ, τοὺς δὲ ἐν τῇ γῇ γὰρ οὐ διαλείπεις σῴζων ἑκάστοτε, ὡς ἔχων τὸ δύνασθαι…». Μ’ αυτά τα λόγια στιχούργησε και περιέγραψε ο άγιος Ρωμανός ο Μελωδός, συνοπτικά, τα χαρίσματα του άγιου Νικολάου, επισκόπου Μύρων της Λυκίας του θαυματουργού.
Η τιμή που αποδίδεται από τους όπου γης χριστιανούς προς τον άγιο Νικόλαο τον κατατάσσει ανάμεσα στους πιο λαοφιλείς αγίους. Και δικαιολογημένα! Διότι ο άγιος Νικόλαος υπήρξε ό,τι ακριβώς επεσήμαναν και οι υμνογράφοι του: «Κανόνας πίστεως, εικόνα πραότητος, εγκρατείας διδάσκαλος, πέλαγος αρετών, δόξα ιεραρχών, πρόμαχος πιστών, πατέρας ορφανών, χηρών αντιλήπτωρ, προστάτης πενήτων, ασθενούντων ιατρός, θλιβομένων παραμυθία, πλεόντων σωτηρία, βρύσις θαυματουργίας, στύλος της Εκκλησίας, ολετήρ του Αρείου…».
Πράγματι, η ζωή, το έργο, τα θαύματα και γενικότερα η ζωντανή παρουσία του αγίου μέσα στην ιστορία της Εκκλησίας δικαιολογούν όλα τα παραπάνω. Γι’ αυτό και αξίζει να εκθέσουμε τα σχετικά με το βίο και την πολιτεία του μεγάλου αυτού αγίου, προς οικοδομήν των αναγνωστών, προς έπαινο του αγίου και προς δόξαν του Κυρίου, που μας χαρίζει τέτοιες μεγάλες πνευματικές μορφές για ν’ αποτελούν πρότυπά στη ζωή μας.
Τα πρώτα χρόνια
Στα Πάταρα της Λυκίας, στο νοτιοανατολικό άκρο της Μικράς Ασίας, είδε το φως της ζωής ο άγιος Νικόλαος. Ήταν υιός ευσεβών και ευκατάστατων γονέων, που διακρίνονταν για το χριστιανικό ήθος τους.
Ο αναλυτικός βιογράφος του, Άγιος Συμεών ο Μεταφραστής, από τον οποίο και δανειζόμαστε τα κάτωθι στοιχεία του βίου του, αναφέρει το εξής καταπληκτικό που μαρτυρεί ότι ο άγιος Νικόλαος, σαν άλλος «Πρόδρομος», ήταν σκεύος εκλογής «εκ κοιλίας μητρός». Όταν ήταν ακόμη βρέφος, καθώς θήλαζε το μητρικό γάλα, την Τετάρτη και την Παρασκευή θήλαζε μία μόνο φορά την ημέρα, προοιωνίζοντας έτσι ότι θα αναδεικνυόταν «εγκρατείας διδάσκαλος», καθώς ψάλλουμε και στο απολυτίκιό του.
Από την παιδική του ηλικία αγωνιζόταν να ζει σύμφωνα με τον λόγο του Θεού. Με τη σοφή καθοδήγηση του θείου του, που ονομαζόταν κι εκείνος Νικόλαος και ήταν Επίσκοπος στα Πάταρα, αλλά και με τη καλή ανατροφή των ευσεβών γονιών του, προέκοπτε στην αρετή και στη θεία γνώση. Μιμούμενος πιστά τον Κύριο, «ηὔξανε καὶ ἐκραταιοῦτο πνεύματι, πληρούμενον σοφίας· καὶ χάρις Θεοῦ ἦν ἐπ’ αὐτόν» (Λουκ. 2,40). Παράλληλα, ο άγιος Νικόλαος προόδευε και στην κατά κόσμον γνώση, αφού ο θείος και οι γονείς του φρόντισαν να μαθητεύσει κοντά σε καλούς δασκάλους. Έτσι, αν και νεαρός ακόμη, είχε αποκτήσει πολλές γνώσεις και ικανότητα στον λόγο. Πρόσεχε τη ζωή του, απέφευγε τις κακές συναναστροφές και τους πειρασμούς της νιότης και χαιρόταν να συχνάζει στον ιερό ναό.
Η είσοδος στον ιερό κλήρο
Όπως ήταν φυσικό, με την υποδειγματική αυτή διαγωγή που τον διέκρινε, οι χριστιανοί των Πατάρων ζητούσαν επίμονα να χειροτονηθεί για να υπηρετήσει την Εκκλησία. Ο θείος του, ο Επίσκοπος των Πατάρων, έχοντας διακρίνει κι εκείνος την αρετή και τα χαρίσματά του, προχώρησε με χαρά στη χειροτονία του. Μάλιστα, φωτισμένος από το Άγιο Πνεύμα μίλησε με λόγο προφητικό και είπε: «Ο Νικόλαος θα είναι παρηγοριά για τους πενθούντες, θα ποιμάνει με καλό τρόπο τις ψυχές, θα επιστρέψει στην πίστη πλανεμένους, θα σώσει πολλούς από κινδύνους». Και πράγματι, ο λόγος του βγήκε αληθινός!
Η κοίμηση των γονέων
Μετά τη χειροτονία του, επιδόθηκε με εντονότερο ζήλο στον πνευματικό αγώνα, τη νηστεία, την αγρυπνία, την προσευχή, την ελεημοσύνη. Κατόπιν, ο θείος του του ανέθεσε την διοίκηση του Επισκοπικού – Καθεδρικού Ναού που είχε ανεγείρει ο ίδιος. Κατά την περίοδο που ο θείος του ταξίδεψε σε «ιερή αποδημία» στους Αγίους Τόπους για να προσκυνήσει τα ιερά σεβάσματα της Χριστιανικής μας Πίστεως, ο άγιος Νικόλαος και οι συνεργάτες του διοίκησαν και διηκόνησαν με πολλή σύνεση την Επισκοπή.
Τον καιρό εκείνο εκοιμήθησαν και οι γονείς του και ως μοναχοπαίδι, ο άγιος Νικόλαος, έγινε ο αποκλειστικός κληρονόμος της μεγάλης περιουσίας τους. Με περισσή επιμέλεια έπραξε όλα όσα χρειάζονταν για την κηδεία τους, χωρίς καθόλου να τον απασχολούν τα κληρονομικά. Άλλωστε, από τη μικρή του ηλικία είχε χαλιναγωγήσει κάθε γήινη επιθυμία και είχε διαρκώς προσηλωμένη την ψυχή του στα ουράνια. Ωστόσο, κάποτε ήρθε η ώρα να ασχοληθεί και με το θέμα αυτό και ήταν ασφαλώς για τον άγιο μια θαυμάσια ευκαιρία φιλανθρωπίας.
Με απλοχεριά τότε, μοίρασε την περιουσία του σε όσους βρίσκονταν σε ανάγκη. Σκόρπισε και έδωσε στους φτωχούς, εφαρμόζοντας πάντοτε το «μὴ γνώτω ἡ ἀριστερά σου τί ποιεῖ ἡ δεξιά σου» (Ματθ. 6,3). Από τις αναρίθμητες φιλανθρωπίες του, παραθέτουμε ακολούθως μια χαρακτηριστική που διασώζει ο ιερός βιογράφος του.
Η προικοδότηση των τριών θυγατέρων
Κάποιος πατέρας είχε τρεις πολύ όμορφες θυγατέρες, σε ηλικία γάμου. Κι ενώ ήταν άνθρωπος πλούσιος, ήρθαν έτσι τα πράγματα στη ζωή του που ναυάγησε οικονομικά και δεν μπορούσε πλέον να ζήσει την οικογένειά του. Αφού δεν έβρισκε άλλη διέξοδο στο πρόβλημα του και μη έχοντας προίκα για να παντρέψει τις κόρες του, σκέφτηκε, με βαριά καρδιά και πολύ πόνο, να τις εκδώσει. Αυτή φαινόταν ως η μοναδική λύση στο πρόβλημά του.
Όμως, ο φιλάνθρωπος Θεός που θέλει τη σωτηρία όλων των πλασμάτων του, βρήκε τρόπο ώστε να λάβει γνώση ο άγιος Νικόλαος για το πρόβλημα, καθώς και για την απόφαση του τραγικού πατέρα. Οπότε, χωρίς καθυστέρηση, αποφασίζει ο άγιος να παρέμβει, αλλά με τρόπο διακριτικό. Γνωρίζοντας ότι θα πληγωνόταν η υπερηφάνεια του πτωχευθέντος εκείνου πλουσίου, δεν πήγε να τον συναντήσει προσωπικά για να του προσφέρει την ελεημοσύνη του. Αλλά πήρε ένα πουγκί με χρυσά νομίσματα, πήγε τη νύχτα το σπίτι του κι από το μισάνοιχτο παράθυρο το έριξε μέσα. Πριν να γίνει αντιληπτός, γύρισε γοργά και αθόρυβα στο σπίτι του.
Όταν το πρωί ο πατέρας βρήκε το πουγκί με τα χρυσά νομίσματα, απόρησε! Έμεινε έκπληκτος! Συλλογιζόταν, ποιος θα μπορούσε να είναι ο ευεργέτης του, μα ο νους του δεν έβρισκε κάποιον με τόσο σπλαχνική καρδιά. Οπότε, ευχαρίστησε τον Θεό, γιατί ένιωσε ότι με δική Του παρέμβαση ήλθε εκείνη η απρόσμενη βοήθεια. Μετανιωμένος μάλιστα γι’ αυτό που σχεδίαζε, έσπευσε να παντρέψει τη μεγαλύτερη κόρη του, προικίζοντάς την με τα χρυσά αυτά νομίσματα. Όταν ο άγιος πληροφορήθηκε το γεγονός, χάρηκε πολύ που ο πατέρας αξιοποίησε σωστά την προσφορά, σώζοντας έτσι τη θυγατέρα του από την αμαρτία.
Το ίδιο επανέλαβε ο άγιος και για τη δεύτερη κόρη. Κατασυγκινημένος ο πατέρας, με δάκρυα στα μάτια, ευχαρίστησε και πάλι τον Θεό και Τον παρακάλεσε να του αποκαλύψει τον μεγάλο ευεργέτη του. Αφού πάντρεψε και τη δεύτερη κόρη του, σκέφτηκε ότι ο άγνωστος ευεργέτης πιθανότατα θα έκανε το ίδιο και για την τρίτη. Πήρε λοιπόν την απόφαση να μένει ξάγρυπνος τα βράδια, παραφυλώντας να δει τον ευεργέτη του για να τον ευχαριστήσει. Έτσι, όταν ο άγιος Νικόλαος, με χίλιες προφυλάξεις, πλησίασε για τρίτη φορά στο σπίτι και έριξε το πουγκί απ’ το παράθυρο, ο πατέρας τον είδε, έτρεξε πίσω του και τον πρόλαβε. Βλέποντάς τον τον αναγνώρισε! Έπεσε τότε στα πόδια του αγίου και με δάκρυα ευγνωμοσύνης τον ευχαριστούσε, αποκαλώντας τον ευεργέτη και σωτήρα της οικογενείας του. Κι ο μεγάλος και συνάμα ταπεινός άγιος Νικόλαος, αφού τον σήκωσε, τον δέσμευσε με όρκους να κρατήσει μυστικό ότι είχε συμβεί.
Και ασφαλώς, αυτή είναι μόνο μια από τις αμέτρητες ευεργεσίες του αγίου προς τους συνανθρώπους του. Καθημερινά, μοίραζε στους φτωχούς ρούχα, τρόφιμα και χρήματα, ανακουφίζοντας έτσι τον κάθε αναγκεμένο.
Αποδημία στους Αγίους Τόπους και θαυμαστά σημεία
Κάποτε ο Νικόλαος αποφάσισε να μεταβεί στους Αγίους Τόπους, εκεί όπου γεννήθηκε, έζησε και έδρασε ο Θεάνθρωπος Κύριος και Σωτήρας μας, ο Ιησούς Χριστός. Είχε λαχτάρα να προσκυνήσει τα αγιασμένα χώματα των Ιεροσολύμων και να επισκεφτεί τα Ιερά Προσκυνήματα. Παράλληλα, αποζητούσε και έναν έρημο τόπο για να ασκηθεί στην ησυχία. Όμως, κατά τη διάρκεια του ταξιδιού στο καράβι που επέβαινε συνέβησαν ορισμένα γεγονότα, τα οποία και στάθηκαν αφορμή να φανερωθεί η δύναμη της πίστεως του αγίου.
Ενώ το πλοίο κατευθυνόταν προς την Παλαιστίνη, ο Άγιος προέβλεψε ότι θα αντιμετώπιζαν σφοδρή τρικυμία. Είχε δει στον ύπνο του ότι ο διάβολος ανέβηκε στο πλοίο κι έκοψε με μαχαίρι τα σχοινιά του ιστίου και των πηδαλίων, το έδεσε γύρω γύρω, το στριφογύρισε και προσπαθούσε να το βυθίσει. Και πράγματι, ισχυρός άνεμος σηκώθηκε άξαφνα και προκάλεσε φοβερή τρικυμία και πανικό στους ναύτες. Εκείνοι έσπευσαν στον άγιο Νικόλαο για να ζητήσουν την προσευχή του, διότι πίστευαν ότι είχε πάνω του ευλογία και χάρη από τον Κύριο. Ο άγιος τους καθησύχασε, τους έδωσε θάρρος και προσευχόμενος τους διαβεβαίωσε ότι όλα θα πάνε καλά. Και πράγματι, έτσι έγινε! Οπότε, οι ναύτες και οι ταξιδιώτες δόξασαν τον Θεό και ευχαρίστησαν τον άνθρωπό του, τον άγιο Νικόλαο, για τη σωτηρία τους.
Όμως ο διάβολος βλέποντας το κακό σχέδιό του να ματαιώνεται, μηχανεύτηκε νέα δοκιμασία. Ένας ναύτης που είχε ανεβεί ψηλά στο μεσαίο κατάρτι για να δέσει το σχοινί, καθώς κατέβαινε, γλίστρησε και έπεσε με δύναμη στο κατάστρωμα χτυπώντας θανάσιμα. Ο άγιος Νικόλαος έσπευσε κοντά του και προσευχήθηκε θερμά στον Θεό. Αυτή τη φορά, μεγαλύτερο θαύμα είδαν οι έκπληκτοι εκείνοι επιβάτες. Ο νεκρός ναύτης αναστήθηκε και όλοι μαζί, συγκλονισμένοι, δόξασαν και πάλι τον Θεό, για το μεγάλο αυτό θαύμα της αναστάσεως! Όταν μάλιστα έφτασαν στον προορισμό τους, τα θαυμαστά γεγονότα διαδόθηκαν και πολλοί άνθρωποι που προσήλθαν στον άγιο με πίστη, βρήκαν θεραπεία στις ασθένειές τους.
Αφού ο άγιος Νικόλαος πάτησε στην ιερή γη, επισκέφτηκε τα Πανάγια Προσκυνήματα και προσκύνησε τα ιερά σεβάσματα της χριστιανικής μας Πίστεως. Προσευχήθηκε δε, με όλη τη δύναμη της ψυχής του και έλαβε περισσή χάρη και δύναμη από τον Θεό. Εκεί μάλιστα στην Παλαιστίνη παρέμεινε για κάποιο διάστημα, έχοντας τη σκέψη να αφιερωθεί στην ησυχία και την άσκηση. Όμως, παρά την επιθυμία του αυτή, ο Θεός είχε άλλο σχέδιο. Έτσι, έλαβε θεία πληροφόρηση να επιστρέψει στον τόπο του, οπότε και αυτό έπραξε.
Στο ταξίδι αυτό της επιστροφής νέα δοκιμασία του επεφύλασσε ο μισόκαλος. Ο καπετάνιος και οι ναύτες του πλοίου με τους οποίους είχε συμφωνήσει να τον μεταφέρουν πίσω στην πατρίδα του, αθέτησαν τη συμφωνία και επειδή τους ευνοούσαν οι άνεμοι, κατευθύνθηκαν προς την δική τους πατρίδα. Ο Θεός όμως είχε άλλη βουλή. Σφοδρή καταιγίδα άλλαξε την κατεύθυνση του πλοίου, το οποίο κινδύνευσε να καταποντισθεί και τελικά κατευθύνθηκε στην πατρίδα του αγίου. Παρά την κακή συμπεριφορά του πληρώματος, ο άγιος τους συγχώρησε και προσευχήθηκε στον Θεό να επιστρέψουν χωρίς περιπέτειες στην πατρίδα τους, ενώ εκείνος επανήλθε στην πατρίδα του, όπου και τον υποδέχτηκαν όλοι με χαρά.
Η εις Επίσκοπον χειροτονία του
Ο άγιος Νικόλαος, πλημμυρισμένος από τη χαρά και τη χάρη των Αγίων Προσκυνημάτων, συνέχισε το θεοφιλές έργο του ως ιερέας στην ενορία και την πόλη του. Συνέβη, όμως τότε να κοιμηθεί ο Επίσκοπος της πόλης των Μυρέων. Οι επίσκοποι των γύρω περιοχών επιθυμούσαν να τοποθετήσουν στη θέση του κάποιον άξιο αντικαταστάτη. Πρόσωπο κατάλληλο για το υψηλό υπούργημα της Αρχιερωσύνης.
Έτσι, όταν συνάχθηκαν για τον σκοπό αυτό, το έκαναν αίτημα προσευχής. Ο Κύριος τότε, φανέρωσε σε έναν επίσκοπο ποιο θα ήταν το σημείο της εκλογής: Θα στέκονταν κοντά στις πύλες του ιερού ναού και ο πρώτος που θα εισερχόταν σε αυτόν, αυτός θα ήταν ο εκλεκτός του Θεού για την Επισκοπή των Μύρων.
Ενώ λοιπόν όλοι προσεύχονταν, παρακινημένος ο άγιος Νικόλαος από το Άγιο Πνεύμα πήγε στον Ναό για να προσευχηθεί. Εκεί συνάντησε τον Επίσκοπο που του είχε αποκαλυφθεί το θέλημα του Θεού, ο οποίος και τον ρώτησε: «Πως ονομάζεσαι;» «Νικόλαος αμαρτωλός, Δέσποτα, δούλος της αγιότητός Του”. Από την απάντηση και την ιεροπρεπή παρουσία του αγίου, βεβαιώθηκε ότι αυτός είναι ο εκλεκτός του Θεού. Και τότε, του απάντησε: «Τέκνο μου, ακολούθησέ με!» και τον οδήγησε στους άλλους επισκόπους. Όλοι επείσθησαν και συμφώνησαν. Οπότε, πήγαν τον άγιο Νικόλαο στο μέσον του ιερού ναού.
Εν τω μεταξύ, η είδηση διαδόθηκε αστραπιαία στην πόλη κι έτσι συνέρρευσαν πλήθη πιστών. Τότε οι επίσκοποι είπαν στον πιστό λαό: «Δεχθείτε, αδελφοί, τον ποιμένα σας με προθυμία. Αυτόν που έχρισε το Άγιο Πνεύμα για εσάς, αυτόν που δεν τον εκλέξαμε εμείς, αλλά τον όρισε ο Θεός!». Οι χριστιανοί ευχαρίστησαν και δόξασαν τον Θεό!
Ακολούθησε πανηγυρικά η χειροτονία του αγίου Νικολάου εις Επίσκοπον και η ενθρόνισή του στην Επισκοπή των Μύρων. Όμως, ο φθονερός διάβολος, που δεν παύει ποτέ να πολεμάει την Εκκλησία του Χριστού, προκάλεσε νέο σφοδρό διωγμό εναντίον των χριστιανών. Εκδόθηκαν αυστηρά αυτοκρατορικά διατάγματα που απαιτούσαν θυσίες στα είδωλα και απειλούσαν με συλλήψεις, φυλακίσεις, βασανιστήρια και μαρτυρικούς θανάτους. Όπως ήταν φυσικό ο άγιος Νικόλαος, γνωστός στους ειδωλολάτρες, συνελήφθη μεταξύ των πρώτων. Αλυσοδέθηκε, βασανίστηκε και φυλακίστηκε μαζί με άλλους χριστιανούς. Κατά το χρονικό διάστημα που ήταν φυλακισμένος, το οποίο δεν ήταν και μικρό, δεν έπαυσε να νουθετεί το ποίμνιό του και να ενισχύει τους γενναίους χριστιανούς στο μαρτύριο.
Όμως, ο θρίαμβος της Πίστεως δεν άργησε να έρθει. Με την εμφάνιση του σημείου του Σταυρού στον ουρανό, με το γνωστό «ἐν τούτῳ νίκα!», ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος που η ιστορία τον ονόμασε Μέγα και η εκκλησία Ισαπόστολο, σταμάτησε τους τρομερούς διωγμούς. Με το «Διάταγμα των Μεδιολάνων» αναγνώρισε το δικαίωμα της ανεξιθρησκείας και οι χριστιανοί ήταν πλέον ελεύθεροι να λατρεύουν το Θεό τους. Αποφυλακίστηκαν οι κρατούμενοι σ’ όλη την αυτοκρατορία, μαζί με αυτούς και ο άγιος Νικόλαος, ο οποίος επέστρεψε στην Επισκοπή του και στο ποίμνιό του που τόσο αγαπούσε. Αν και δεν ήρθαν έτσι τα γεγονότα ώστε να χύσει το αίμα του μαρτυρικά, ωστόσο ήταν «μάρτυρας κατά την προαίρεση», νοητά στεφανωμένος με τον στέφανο του μαρτυρίου, όπως σημειώνει και ο συναξαριστής του.
Συμμετοχή στην Α' Οικουμενική Σύνοδο
Αν και η Εκκλησία του Χριστού απαλλάχθηκε από τους διωγμούς και βγήκε από τις κατακόμβες, απολαμβάνοντας μετά από τρεις αιώνες την ελευθερία της, εντούτοις νέες δοκιμασίες τη βρήκαν: Οι αιρέσεις! Εμφανίστηκε η φοβερή αίρεση του Αρείου, ο οποίος δίδασκε ότι ο Χριστός είναι «κτίσμα» και αρνιόταν τη Θεότητά του. Ο Μέγας Κωνσταντίνος συγκάλεσε τότε για το θέμα αυτό την Α’ Οικουμενική Σύνοδο, το έτος 325, στη Νίκαια της Βιθυνίας. Στην πρώτη και σπουδαιότατη αυτή Οικουμενική Σύνοδο συμμετείχε και ο άγιος Νικόλαος, ως Επίσκοπος των Μύρων, ο οποίος με φλογερό τρόπο υποστήριξε την ορθόδοξη αλήθεια.
Σωτηρία της πόλης από λιμό
Όταν κάποτε ξέσπασε στην πόλη των Μύρων φοβερός λιμός (πείνα), ο άγιος έσπευσε να φροντίσει για την αντιμετώπισή του. Εμφανίστηκε στον ύπνο ενός εμπόρου σταριού, ο οποίος είχε φορτώσει το καράβι του με το πολύτιμο αυτό αγαθό και τον έπεισε ν’ αλλάξει προορισμό, προκειμένου να μεταφέρει το φορτίο του σταριού στο λιμάνι των Μύρων. Μάλιστα, για να μην αμφισβητήσει το όνειρο, του άφησε δίπλα του τρία χρυσά νομίσματα! Όταν ο έμπορος ξύπνησε, θυμήθηκε το όνειρο και καθώς βρήκε και τα τρία νομίσματα δίπλα του, όπως το είχε δει κατ’ όναρ, άλλαξε αμέσως πορεία και πήγε να πουλήσει το σιτάρι στους κατοίκους των Μύρων. Έτσι, με θαυμαστό τρόπο σώθηκαν από την πείνα οι χριστιανοί της περιοχής, χάρη στον σπλαχνικό ποιμένα τους!
Η θαυμαστή διάσωση των τριών στρατηγών
Ο Άγιος Συμεών ο Μεταφραστής αφιερώνει πολλές σελίδες από το βίο και την πολιτεία του Αγίου Νικολάου, προκειμένου να εξιστορήσει την καταστολή μιας επανάστασης στη Φρυγία με την επέμβαση τριών στρατηγών, κατόπιν εντολής του αυτοκράτορα, το ρόλο του Νικολάου, την κατασυκοφάντηση και φυλάκιση των στρατηγών, την καταδίκη τους σε θάνατο και τη σωτήρια επέμβαση του Αγίου Συγκεκριμένα και με κάθε δυνατή συντομία:
Στην περιοχή της Φρυγίας, στην Μικρά Ασία, ξέσπασε επανάσταση. Ο Μέγας Κωνσταντίνος έστειλε τρεις στρατηγούς, τον Νεπωτιανό, τον Ούρσο και τον Ερπυλίωνα, με στρατό για να την καταστείλουν και να επαναφέρουν την τάξη. Ο στρατός έφτασε με καράβια σ’ ένα λιμάνι της Λυκίας, αλλά λόγω θαλασσοταραχής δεν μπορούσε ν’ αποπλεύσει. Οι στρατιώτες ενώ βγήκαν στην πόλη για προμήθειες, άρχισαν να επιδίδονται σε κλοπές και σε βιαιοπραγίες εις βάρος των κατοίκων. Όταν το πληροφορήθηκε αυτό ο άγιος Νικόλαος, πήγε από κοντά να δει τι συμβαίνει. Όταν έμαθε τον λόγο της παρουσίας τους στα Μύρα, προσκάλεσε τους τρεις στρατηγούς να κατεβούν από τα πλοία τους και τους φιλοξένησε με εγκαρδιότητα. Το γεγονός αυτό βοήθησε να ηρεμήσουν τα πράγματα και η πόλη ξαναβρήκε την ησυχία της.
Όταν ήρθε η ώρα να αναχωρήσουν οι στρατηγοί με τη δύναμή τους για τη Φρυγία, κάτοικοι της πόλης ενημέρωσαν τον άγιο ότι ο τοπικός διοικητής Ευστάθιος, δωροδοκημένος από φθονερούς ανθρώπους, καταδίκασε σε θάνατο τρεις αθώους πολίτες, οι οποίοι επρόκειτο άμεσα να εκτελεστούν. Τότε ο άγιος Επίσκοπος πήρε μαζί του τους τρεις στρατηγούς και αναζητώντας βρήκε τους τρεις καταδικασμένους στην τοποθεσία «Διόσκουροι», όπου και θα γινόταν η εκτέλεσή τους. Ο όχλος που αρέσκεται, δυστυχώς, σε τέτοια θεάματα, από νωρίς είχε συγκεντρωθεί εκεί, ενώ ο δήμιος ετοιμαζόταν για το μακάβριο έργο του.
Καθώς ο Άγιος Νικόλαος αντίκρυσε τη δραματική εικόνα, αν και πράος που ήταν, ενήργησε με δυναμισμό και αυστηρότητα. Έτρεξε προς τον δήμιο, του άρπαξε το ξίφος, το πέταξε στο χώμα και έλυσε τους τρεις αθώους καταδίκους. Το γεγονός προκάλεσε εντύπωση σε όλους! Κανείς δεν αντέδρασε, ούτε και αυτός ο δήμιος! Οπότε, κυριευμένοι όλοι από θαυμασμό άρχισαν να επευφημούν τον άγιο Επίσκοπο, που έκανε μια τέτοια δυναμική και δίκαιη παρέμβαση! Αυτό οδήγησε ακόμη και τον Ευστάθιο να πλησιάσει τον άγιο και να του ζητήσει συγχώρεση. Εκείνος τον προειδοποίησε ότι αν ξαναπάρει τέτοιες άδικες αποφάσεις θα τον καταγγείλει στον αυτοκράτορα και θα ζητήσει και την τιμωρία του από το Θεό. Τελικά, οι τρεις διασωθέντες έκλαιγαν από χαρά για τη σωτηρία τους και ευγνωμονούσαν τον άγιο και τον Θεό. Εμψυχωμένοι ηθικά από αυτά που είδαν οι τρεις μεγάλοι στρατηγοί, πήγαν στη Φρυγία, αντιμετώπισαν με επιτυχία την κρίση που είχε ξεσπάσει και επέστρεψαν θριαμβευτικά στην Κωνσταντινούπολη, όπου και συνέχισαν να ζουν στα ανάκτορα με την εύνοια του αυτοκράτορα.
Ωστόσο, στην παρούσα ζωή, τίποτε από τα γήινα πράγματα δεν είναι σταθερό και αδιασάλευτο. Η εύνοια του αυτοκράτορα στα πρόσωπα των τριών στρατηγών προκάλεσε το φθόνο κάποιων ανθρώπων, φίλων του επάρχου, οι οποίοι συκοφάντησαν τους τρεις στρατηγούς ότι σχεδίαζαν στάση εναντίον του αυτοκράτορα. Ο έπαρχος εξαγορασμένος με χρυσάφι από τους φθονερούς αυλικούς, έπεισε τον αυτοκράτορα ότι οι δήθεν πληροφορίες για τη στάση ήταν αληθινές κι έτσι εκείνος διέταξε τη σύλληψη και φυλάκιση των τριών, χωρίς απολογία και χωρίς οι ίδιοι να γνωρίζουν και τον λόγο! Μάλιστα, επειδή οι συκοφάντες φοβούνταν να μην αποκαλυφθούν τα ψεύδη τους, έπεισαν τον έπαρχο να εισηγηθεί και τη θανατική τους καταδίκη. Οπότε ο αυτοκράτορας εξέδωσε καταδικαστική απόφαση και όρισε να εκτελεστούν την επόμενη κιόλας ημέρα. Όταν το έμαθαν αυτό οι τρεις στρατηγοί, έπεσαν σε απελπισία.
Κι ενώ λοιπόν οδύρονταν, ένας εξ αυτών, ο Νεπωτιανός, θυμήθηκε τον άγιο Νικόλαο και τον τρόπο με τον οποίο είχε σώσει τους τρεις πολίτες στα Μύρα. Υπενθύμισε το γεγονός στους άλλους δύο και άρχισαν όλοι με θέρμη να παρακαλούν τον Θεό να τους σώσει με τη μεσιτεία του αγίου Επισκόπου Του.
Ο φιλάνθρωπος Θεός, ο προστάτης των αδικουμένων, άκουσε την παράκλησή τους και έστειλε τον άγιο Νικόλαο να εμφανιστεί σε όνειρο στον αυτοκράτορα και να του πει: «Σήκω γρήγορα και ελευθέρωσε τους τρεις στρατηγούς, γιατί η κατηγορία σε βάρος τους είναι συκοφαντική και ψεύτικη». Προειδοποίησε δε, ότι αν δεν ακούσει, θα υποκινηθεί εξέγερση εναντίον του και ανατροπή του από τον θρόνο. Ο αυτοκράτορας έντρομος τον ρώτησε: «Ποιος είσαι και πώς τολμάς να με απειλείς;». Ο δε άγιος του απάντησε: «Είμαι ο Νικόλαος, ο Επίσκοπος των Μύρων».
Την ίδια ώρα ο άγιος εμφανίστηκε και στον έπαρχο Αβλάβιο και του έδωσε την ίδια εντολή. Όταν εκείνος ξύπνησε, προσπαθούσε να εξηγήσει τη σημασία του ονείρου. Κατέφτασε όμως απεσταλμένος του αυτοκράτορα και του ανακοίνωσε την οπτασία. Το ίδιο έπραξε και ο έπαρχος. Έμειναν και οι δυο κατάπληκτοι! Μη μπορώντας να εξηγήσουν το γεγονός, κάλεσαν τους τρεις στρατηγούς και τους παρουσίασαν στον βασιλιά. Τότε αυτός είπε: «Τι είδους μάγια χρησιμοποιήσατε και μας στείλατε τέτοιες οπτασίες και απειλές;». Και οι τρεις απόρησαν με την ερώτηση. Ο βασιλιάς κατάλαβε τότε ότι δεν γνώριζαν τι είχε προηγηθεί και ηρέμησε. Εκείνοι αρνήθηκαν οποιαδήποτε ανάμιξη σε όσα τους είχαν κατηγορήσει και με συγκίνηση του απάντησαν: «Ούτε τι είναι η μαγεία ξέρουμε, ούτε απειλές σε βάρος σου απευθύναμε. Η αρχή μας είναι: Τιμή στον βασιλιά και ευμενή προς αυτόν διάθεση. Γι’ αυτό και μας ξεχώρισες, μας εμπιστεύθηκες και μας ανέθεσες την καταστολή της εξέγερσης στη Φρυγία, την οποία και φέραμε εις πέρας. Ίσως γι’ αυτό και για την εύνοια που μας έδειξες, κάποιοι φθόνησαν και μας συκοφάντησαν ενώπιόν σου».
Ο βασιλιάς έχοντας πεισθεί για την ειλικρίνεια των τριών, αλλά και για τη θαυμαστή εμφάνιση του αγίου, ανακάλεσε την απόφασή του και τους αθώωσε. Οι στρατηγοί ευχαρίστησαν εγκάρδια τον αυτοκράτορα και εξέφρασαν την ευγνωμοσύνη τους στον Θεό και τον άγιο Νικόλαο. Έσπευσαν δε να μεταβούν στα Μύρα της Λυκίας για να τον ευχαριστήσουν και προσωπικά, ενώ του μετέφεραν και δώρα που του έστειλε ο βασιλιάς (χρυσό ευαγγέλιο, επίχρυσες λαμπάδες κ.α.) για να τ’ αφιερώσει στον ιερό ναό.
Η θαυμαστή διάσωση των ναυτικών
Ενώ ο άγιος Νικόλαος βρισκόταν ακόμη εν ζωή, όλα αυτά τα θαυμαστά σημεία που επετέλεσε με τη δύναμη του Θεού έκαναν τη φήμη του ξακουστή. Γράφει ο άγιος Συμεών ο βιογράφος του: «Η φήμη του πήρε φτερά, πέταξε ψηλά, έτρεχε παντού και αγκάλιαζε τα πάντα, διάβαινε το πέλαγος, τριγύριζε σ’ ολόκληρη τη θάλασσα και δεν υπήρχε τόπος που να μη ακούει κανείς για τις θαυμαστές επεμβάσεις του». Αναφέρει δε και τα ακόλουθα περιστατικά:
Ένα καράβι καθώς ταξίδευε συνάντησε φοβερή θαλασσοταραχή. Το πλοίο κινδύνευσε να καταποντιστεί και το πλήρωμα έχασε κάθε ελπίδα σωτηρίας. Όμως οι ναύτες είχαν ακούσει για τον άγιο Νικόλαο ότι σπεύδει σε βοήθεια όσων των επικαλούνται. Προσευχήθηκαν λοιπόν με θερμή πίστη υψώνοντας τα χέρια τους, σαν να τον είχαν μπροστά τους, και τον παρακαλούσαν. Και ω του θαύματος! Εμφανίστηκε ο άγιος και τους είπε: «Με καλέσατε και ήρθα!». Κι αφού τους είπε να έχουν θάρρος και ελπίδα στον Θεό, πήρε το πηδάλιο του πλοίου στα χέρια του, επιτίμησε τη θάλασσα και αυτή αμέσως γαλήνεψε, όπως κάποτε είχε συμβεί και με τον Κύριο (Ματθ. 8,23).
Φτάνοντας οι ναυτικοί στο λιμάνι θέλησαν να επισκεφτούν τον άγιο Νικόλαο για να τον ευχαριστήσουν και από κοντά, υπό κανονικές πλέον συνθήκες. Ρωτώντας, έμαθαν ότι βρισκόταν στον Ναό, οπότε πήγαν εκεί για να τον συναντήσουν. Δεν δυσκολεύτηκαν να αναγνωρίσουν τον άγιο μεταξύ των άλλων ιερωμένων. Έτρεξαν και έπεσαν στα πόδια του, ενώ του εξέφρασαν μεγαλόφωνα τις ολόψυχες ευχαριστίες τους. Μάλιστα, εξήγησαν στους παρευρισκόμενους πιστούς, που κοιτούσαν έκπληκτοι, το θαύμα της σωτηρίας τους. Όμως ο άγιος με το θείο χάρισμά του γνώριζε ότι οι ναυτικοί εκείνοι είχαν και άλλες φουρτούνες μέσα στην ψυχή τους, χειρότερες, που τους κρατούσαν μακριά από το θέλημα του Θεού και απειλούσαν τη σωτηρία τους. Γι’ αυτό με πατρική αγάπη τους είπε:
«Παιδιά μου, σας παρακαλώ εξετάστε στο βάθος την ψυχή σας και στρέψτε τις σκέψεις και τις καρδιές σας στον Θεό. Γιατί έστω κι αν μπορούμε να κρυβόμαστε και να φαινόμαστε καλοί στους ανθρώπους, δεν μπορούμε όμως να κρυφτούμε από το βλέμμα του Θεού. Η Αγία Γραφή αναφέρει: «ο άνθρωπος βλέπει το πρόσωπο» (Β’ Κορ. 10,7), δηλαδή τα εξωτερικά, ο Θεός όμως βλέπει την καρδιά, τα βάθη της ψυχής του ανθρώπου. Σε άλλο σημείο ο λόγος του Θεού λέει: «Μην κάνετε κακές πράξεις και δεν θα σας βρει κακό στη ζωή σας» (Σοφία Σειράχ 7, 1). Μάθετε λοιπόν να κάνετε το καλό στους συνανθρώπους σας και να φροντίζετε για τον αγιασμό σας και ο Θεός θα είναι πάντοτε μαζί σας».
Η φωτεινή μορφή του
Έπειτα, ο άγιος Νικόλαος διακρινόταν για το συνετό ήθος και την αγγελική του όψη, ενώ ακτινοβολούσε αγιότητα και θεία χάρη. Όταν τον συναντούσε κανείς στον δρόμο, αμέσως εμπνεόταν στην αρετή μονάχα από τη θέα του αγίου και μέσα στην ψυχή του γινόταν μεταμόρφωση. Όταν κάποιος υπέφερε από συμφορές και θλίψεις, εύρισκε παρηγοριά και μόνο που τον αντίκρυζε. Το πρόσωπό του έλαμπε περισσότερο κι απ’ του Μωυσή. Όταν πάλι τον συναντούσαν αιρετικοί και μόνο που τον άκουγαν να μιλάει, εγκατέλειπαν την αίρεση και επέστρεφαν στην ορθή Πίστη.
Η μακαρία κοίμησή του
Ζώντας με αρετή και φιλανθρωπία, ο άγιος Νικόλαος έφτασε σε βαθιά γεράματα. Τότε, προσβλήθηκε από σύντομη αρρώστια, αλλά δεν συμπεριφέρθηκε όπως οι περισσότεροι άνθρωποι που αγωνίζονται να παρατείνουν τη ζωή τους. Ευχαριστούσε τον Θεό, έψαλλε ύμνους και την εξόδιο ακολουθία και ήταν χαρούμενος, διότι το τέλος της επίγειας ζωής θα σήμαινε την αρχή της Αιώνιας, κοντά στον Χριστό και τους αγίους. Εκοιμήθη ειρηνικά στις 6 Δεκεμβρίου του 343 μ.Χ. Κηδεύτηκε και ετάφη στον Ναό των Μύρων, ενώ ο ιερός κλήρος και πλήθη χριστιανών, αλλά και ειδωλολατρών παρευρέθησαν και θρήνησαν για την αναχώρησή του από τον παρόντα κόσμο και τη στέρηση της παρουσίας του. Όπως αναφέρει ο βιογράφος του, μέχρι και τον 10ο αιώνα που συνέταξε τον βίο του, από τον τάφο του ανέβλυζε άγιο μύρο που θεράπευε σωματικές και ψυχικές ασθένειες.
Θαύμα μετά την κοίμησή του
Πλήθη πιστών συνέρρεαν, ακόμη και από μακρινές περιοχές, προκειμένου να προσκυνήσουν τον τάφο του αγίου και να πάρουν άγιο μύρο. Κάποια φορά, λοιπόν, μια ομάδα χριστιανών ξεκίνησαν από μακρινό τόπο για να πάνε στον τάφο του αγίου. Επιβιβάστηκαν σε πλοίο, έχοντας μαζί τους και τ’ απαραίτητα εφόδια. Ένα δαιμόνιο, όμως, που δεν ήθελε την ευόδωση αυτού του προσκυνήματος, εμφανίστηκε στο πλοίο με τη μορφή ηλικιωμένης γυναίκας κρατώντας ένα δοχείο γεμάτο λάδι και παρακαλούσε τους ταξιδιώτες να το πάρουν μαζί τους για το καντήλι του αγίου, επειδή – καθώς έλεγε – φοβόταν η ίδια να κάνει ένα τέτοιο μεγάλο ταξίδι. Βέβαια το δαιμόνιο είχε το πονηρό σχέδιό του.
Οι χριστιανοί πείστηκαν και πήραν μαζί τους το δοχείο. Το πλοίο απέπλευσε. Το βράδυ εμφανίστηκε ο άγιος Νικόλαος σ’ έναν προσκυνητή και του έδωσε εντολή να πετάξουν το δοχείο στη θάλασσα. Το πρωί ο άνθρωπος εκείνος ενημέρωσε τους άλλους για το όραμα και έπραξαν όπως είχε προστάξει ο άγιος. Τότε, το σχέδιο του διαβόλου αποκαλύφθηκε με τρόπο θαυμαστό: Μόλις το δοχείο έπεσε στη θάλασσα, πήρε φωτιά και αναδύθηκαν δυσώδεις οσμές. Η θάλασσα αγρίεψε και το πλοίο κινδύνευσε να βυθιστεί. Οι επιβάτες φοβήθηκαν. Όμως ο άγιος δεν τους άφησε αβοήθητους. Εμφανίστηκε μπροστά τους και έσωσε το πλοίο από τον κίνδυνο. Το προσκύνημα ευοδώθηκε επιτυχώς!
Το ιερό λείψανο του αγίου
Σύμφωνα με τις ιστορικές πηγές, το ιερό λείψανο του αγίου Νικολάου το αφαίρεσαν έμποροι το έτος 1087 και το πήγαν στο Μπάρι της Ιταλίας, όπου ανεγέρθηκε μεγαλοπρεπής ναός ρυθμού βασιλικής. Αρχικά, τοποθετήθηκε σε ασημένια λάρνακα, ύστερα όμως από όραμα σε κάποιον μοναχό, κατετέθη η τιμία κάρα και μέρος των ιερών λειψάνων κάτω από την Αγία Τράπεζα σε φορητή λειψανοθήκη. Το 1952 ανοίχτηκε η λάρνακα και με σύγχρονα μέσα έγινε «επίσημη αναγνώριση» του ιερού σκήνους.
Προστάτης των ναυτιλλομένων
Ο άγιος, όχι μόνο εν ζωή, αλλά και μετά την κοίμησή του, εδραίωσε στη συνείδηση των πιστών την πεποίθηση ότι είναι θερμός προστάτης των αδυνάτων, καθώς και των ναυτιλλομένων. Κατά τον ιερό υμνωδό: «Πρέσβυς ὡς ἐν τῇ γῇ μέγας, καὶ γῆς ἀποστὰς εἰς τὸ πρεσβεύειν ζέει.».
Η πατρίδα μας είναι κατάσπαρτη από παρεκκλήσια και ναούς προς τιμήν του αγίου Νικολάου. Μάλιστα, τόσο το εμπορικό όσο και το πολεμικό Ναυτικό, έχουν ως προστάτη τον Επίσκοπο των Μύρων της Λυκίας, το εικόνισμα του οποίου κοσμεί και ευλογεί τις γέφυρες των πλοίων, τις καμπίνες των ναυτικών, τις οικίες των οικογενειών τους, αλλά ίσως και κάθε χριστιανικό σπίτι, διότι ο άγιος είναι «Ταχύς εἰς βοήθειαν καὶ θερμὸς εἰς ἀντίληψιν!». Είθε, όλοι μας να έχουμε τη Χάρη και τις πρεσβείες του!
Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ΄.
Κανόνα πίστεως καὶ εἰκόνα πραότητος, ἐγκρατείας Διδάσκαλον, ἀνέδειξέ σε τῇ ποίμνῃ σου, ἡ τῶν πραγμάτων ἀλήθεια· διὰ τοῦτο ἐκτήσω τῇ ταπεινώσει τὰ ὑψηλά, τῇ πτωχείᾳ τὰ πλούσια. Πάτερ Ἱεράρχα Νικόλαε, πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.
Κοντάκιον
Ἦχος γ΄. Ἡ Παρθένος σήμερον
